Λεωφ. Βάρης 6 & Αγ. Αποστόλων, Βάρη
Τηλ. Επικοινωνίας: 210 89 95 070
Title Image

Ρήξη Πρόσθιου Χιαστού Συνδέσμου

Αρχική  /  Παθολογίες   /  Γόνατο   /  Ρήξη Πρόσθιου Χιαστού Συνδέσμου

Η ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου είναι μία κάκωση που την συναντάμε συνήθως σε αθλητές. Μπορεί να αποτελέσει σοβαρό τραυματισμό του συνδέσμου, διακόπτοντας τη συνέχεια των ινών του. Η ρήξη αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί, είτε στη μεσότητα του συνδέσμου, είτε να αποσπαστεί από το μηρό ή την κνήμη.

Ο πρόσθιος χιαστός είναι ένας ισχυρός σύνδεσμος που προσφέρει μεγάλη σταθερότητα στο γόνατο, ενώ παράλληλα απορροφά τους κραδασμούς, αποτρέπει και σταθεροποιεί κινήσεις όπως η υπερβολική στροφή του γόνατος , το υπερβολικό τέντωμα του γόνατος ( υπερέκταση ) και την πρόσθια μετατόπιση της κνήμης σε σχέση με το μηρό.

Όταν συμβεί κάποια στροφική κάκωση στο γόνατο (πχ. κινήσεις πίβοτ, τροχαία ατυχήματα), τότε οι δυνάμεις παραμόρφωσης που παράγονται τη στιγμή της κάκωσης, είναι μεγαλύτερες από την αντοχή του πρόσθιου χιαστού, με αποτέλεσμα τη ρήξη των ινών του συνδέσμου. Η ρήξη του συνδέσμου συνοδεύεται συνήθως από κάκωση και άλλων στοιχείων του γόνατος, όπως κάποια βλάβη στους μηνίσκους ή στου πλάγιους συνδέσμους (ατυχής τριάδα).

Για τον διαχωρισμό των ήπιων από τις πιο σοβαρές ρήξεις, υπάρχουν κάποιοι βαθμοί ταξινόμησης αυτών. Όταν το ποσοστό των κατεστραμένων ινών του συνδέσμου παρουσιάζουν διακοπή της συνέχειας μέρους του συνδέσμου, τότε η ρήξη είναι μερική. Όταν όμως υπάρχει πλήρης ρήξη, τότε όλες οι ίνες είναι κατεστραμένες. Ο διαχωρισμός αυτός μπορεί να φανεί και απεικονιστικά σε μία μαγνητική τομογραφία, αλλά και αρθροσκοπικά.

Όμως, ένας καλός κλινικός έλεγχος με καλή λήψη ιστορικού και εφαρμογή ειδικών tests αξιολόγησης είναι πιο σημαντικός, γιατί αυτό που έχει πραγματικά σημασία δεν είναι το ποσοστό των κατεστραμένων ινών, αλλά η συνολική σταθερότητα του γόνατος και η λειτουργικότητα του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου.

Τα συμπτώματα μίας ρήξης του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, εξαρτώνται από την φάση επούλωσης στην οποία βρίσκεται η κάκωση. Στην οξεία φάση κύριαρχος είναι ο πόνος και το οίδημα στο γόνατο. Οι ασθενείς πολλές φορές αναφέρουν ότι κατά τον τραυματισμό, άκουσαν ένα “κράκ” στο γόνατο.

Στη χρόνια φάση, συνήθως το οίδημα υποχωρεί και πλέον αρχίζει να εκδηλώνεται η αστάθεια κατά τις στροφικές κινήσεις του γόνατος και τις απότομες αλλαγές κατεύθυνσης. Οι ασθενείς έχουν την αίσθηση ότι το γόνατο τους δεν είναι σταθερό ή “φεύγει” σε δραστηριότητες όπως το ανέβασμα – κατέβασμα σκαλιών, τρέξιμο κλπ.

Ανάλογα με τον βαθμό της ρήξης, την ηλικία του ασθενούς, τις λειτουργικές του απαιτήσεις κλπ. αποφασίζεται αν η θεραπευτική προσέγγιση θα είναι χειρουργική ή μη. Όποια όμως και αν είναι αυτή η προσέγγιση, θα πρέπει να συνδυαστεί με ένα κατάλληλα διαμορφωμένο φυσικοθεραπευτικό πλάνο, που σκοπό θα έχει την ενδυνάμωση των μυών της περιοχής (πχ. τετρακέφαλος) που θα βοηθήσουν σημαντικά στην αποκατάσταση της αστάθειας, την βελτίωση της ιδιοδεκτικότητας, αλλα φυσικά και την αναλγησία του ασθενούς.