Λεωφ. Βάρης 6 & Αγ. Αποστόλων, Βάρη
Τηλ. Επικοινωνίας: 210 89 95 070
Title Image

Κάταγμα Σκαφοειδούς

Αρχική  /  Παθολογίες   /  Χέρι   /  Κάταγμα Σκαφοειδούς

Το σκαφοειδές είναι ένα από τα μικρά οστά του καρπού με το κάταγμα του να αποτελεί το πιο συχνό είδος κατάγματος στον καρπό (90%), ενώ αποτελεί περίπου το 5% των καταγμάτων ολόκληρου του σκελετού. Ο συνηθέστερος μηχανισμός κάκωσης είναι η πτώση του ασθενούς στο έδαφος με στήριξη στο πάσχον χέρι (υπερέκταση του καρπού), ενώ σπανιότερα μπορεί να είναι μία βίαιη απόκλιση της πηχεοκαρπικής άρθρωσης. Εμφανίζεται σε κάθε ηλικία και συνηθίζεται σε αθλητές και οδηγούς μηχανών.

Το σκαφοειδές είναι ένα από τα 8 οστάρια που έχουμε στον καρπό μας. Τα οστάρια αυτά είναι διατεταγμένα σε 2 σειρές – στίχους, τον εγγύς και τον άπω. Το σκαφοειδές έχει την ιδιαιτερότητα να ανήκει και στους 2 στίχους, γεγονός που το καθιστά πολύτιμο και αναντικατάστατο στη λειτουργία του καρπού.

Μετά τον τραυματισμό, το κάταγμα εκδηλώνεται με πόνο και οίδημα στην κερκιδική πλευρά της πηχεοκαρπικής, στην περιοχή κοντά στη βάση του αντίχειρα. Η κάκωση αναγνωρίζεται από το σημείο της έντονης ευαισθησίας στην “ανατομική ταμπακίερα”, μία χαρακτηριστική περιοχή του καρπού. Σε ένα τέτοιο κάταγμα, οι κινήσεις του καρπού, ακόμα και οι πιο απλές, είναι επώδυνες κάτι που προδίδει μια τραυματισμένη άρθρωση.

Ο απλός ακτινολογικός έλεγχος είναι ιδιαίτερα χρήσιμος, όμως μερικές φορές το κάταγμα του σκαφοειδούς δεν είναι πάντα ορατό σε μια απλή ακτινογραφία, για αυτό πολλές φορές μπορεί να ζητηθεί μία αξονική ή μαγνητική τομοφραφία, ώστε να τεθεί οριστικά η διάγνωση.

Τα συμπτώματα ενός κατάγματος στο σκαφοειδές οστό, όπως αναφέραμε και προηγουμένως περιλαμβάνουν:

  • πόνο στον καρπό,
  • οίδημα στον καρπό και κυρίως στη βάση του αντίχειρα,
  • πόνο και δυσκολία στις κινήσεις του καρπού και του αντίχειρα, όταν το άτομο προσπαθεί να πιάσει κάτι.

Η αποκατάσταση του κατάγματος εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Το σκαφοειδές οστό εμφανίζει μια ιδιορρυθμία σχετικά με την αιμάτωσή του. Οι αγγειακοί κλάδοι που το αρδεύουν, εισέρχονται σε αυτό από την περιφέρειά του και αιματώνουν ανάστροφα το οστό, δηλαδή από τον περιφερικό πόλο προς τον εγγύς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διαταράσσεται η αιμάτωση του κεντρικού του τμήματος, όταν υπάρχει κάταγμα. Επίσης, λόγω της παρουσίας χόνδρου στο 80% της επιφανείας του οστού, η πώρωση ενός κατάγματος γίνεται ακόμη πιο δύσκολη.

Οι παραπάνω λόγοι είναι και αυτοί που δημιουργούν κάποιους προβληματισμούς σχετικά με την ορθή αντιμετώπιση ενός κατάγματος σκαφοειδούς. Όμως το βασικότερο κριτήριο είναι το σημείο του κατάγματος, το αν είναι απλό ή συντριπτικό και το αν υπάρχει μικρή ή μεγάλη παρεκτόπιση.

Στις περιπτώσεις μη-εξαρθρημένων καταγμάτων, εφαρμόζεται νάρθηκας/γύψος που καλύπτει τον αντίχειρα και τον καρπό, ο οποίος ακινητοποιεί πλήρως την άρθρωση για περίπου 6 εβδομάδες, ενώ στα εξαρθρημένα κατάγματα προηγείται εγχείρηση και έπειτα εφαρμόζεται γύψος.

 

Η φυσικοθεραπεία ξεκινά αμέσως μετά την αφαίρεση του γύψου, όπου από την πρώτη κιόλας μέρα αρχίζει η ήπια κινητοποίηση του χεριού, η οποιά συνδυάζεται με την χρήση φυσικών μέσων, όπως υπέρηχος, ηλεκτροθεραπεία, laser, παγοθεραπεία και με αποιδηματική μάλαξη για να υποχωρήσει το πρήξιμο. Ακόμα, εφαρμόζονται ειδικές τεχνικές κινητοποίησεις (Manual Therapy), με σκοπό την αύξηση του εύρους κίνησης του καρπού και την μείωση του πόνου. Συνεπάγεται λοιπόν, ότι η φυσικοθεραπεία μετά από κάταγμα σκαφοειδούς κρίνεται απαραίτητη και εάν γίνεται συστηματικά έχει άριστα αποτελέσματα στην αποκατάσταση του άνω άκρου και του χεριού.